Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Τελικά


Τ’ ανήσυχα φαντάσματα της Ωκεάνιας νύχτας, από πόλη κι ερημιά έχουν εκλείψει·

Το πνεύμα μου στην πρωινή δροσιά ζητάει να ξαναζήσει, παρότι πέθανε στο  ήλιου τη δύση·

Το ποτάμι είναι βαθύ, τα ρεύματα ισχυρά, το χορτάρι πράσινο, φτάνει αρκετά ψηλά,

Κι έτσι ο κόσμος γαλήνια θα σκεφτώ ωραίος είναι τελικά.

 

Φως πάθους σε ονειροπόλα μάτια, και μια σελίδα αλήθειας αποστηθισμένη,

Απ’ το πνεύμα που νόμιζα νεκρό η άκρατη συγκίνηση καρδιάς ψυχρά μεγαλωμένη,

Ένα τραγούδι που ταξιδεύει στην καρδιά του συντρόφου, κι ένα δάκρυ περηφάνιας που κυλά--

Και η ψυχή μου δυνατή! και ο κόσμος για μένα ένας σπουδαίος κόσμος τελικά!

 

Άσε τους εχθρούς μας στα συντρίμμια τους, στην ντροπή ή το λάθος που τους ορίζει

(Είναι πικρός ο άνθρωπος πως φταίει όταν γνωρίζει)·

Το σκοτεινότερο μας παρελθόν ας μένει σκοτεινό, και ας θυμόμαστε μονάχα τα καλά·

Διότι, γλυκιά μου, πρέπει να πιστέψω ότι ο κόσμος μας μειλίχιος είναι τελικά.

 

Πιθανόν το θεώρησα υπερβολικά απλό, και τυφλός να στάθηκα ίσως·

Μα θα κρατώ το πρόσωπο στο ανατέλλων φως, ακόμα κι αν ο διάβολος στέκεται από πίσω!

Ακόμα κι αν ο σατανάς ξοπίσω μου σταθεί,, δεν θα δω τη δική του σκιά,

Μα θα διαβάζω το μέλλον στου πρωινού τα αστέρια ενός αθώου κόσμου τελικά.

 

Ξεκουράσου, κορίτσι, τα μάτια σου φθαρμένα -- έχεις πάρει τη χείριστη πλεύση μακριά--

Το φάντασμα του ανθρώπου που ίσως υπήρξα εγκατέλειψε την καρδιά μου σή-μερα·

Θα ζήσουμε για τη ζωή και τα άριστα που φέρνει ώσπου να πέσει του λυκόφωτος μας η σκιά·

Η καρδιά μου δυναμώνει, και ο κόσμος, γλυκιά μου, είναι θαυμάσιος κόσμος τελικά.


                                              Henry Lawson
                               Μετάφραση: Μαρία Ανδρεαδέλλη


 

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Ο σύντροφος δεν κάνει ποτέ λάθος


Στο Hungerford μάθαμε το δόγμα,

Το δόγμα μάθαμε στο Bourke·

Το μάθαμε σε στιγμές καλές

Το μάθαμε από εμπειρίες πολλές.

Το μάθαμε στου λιμανιού την άκρη

Και στης ξερής λίμνης τη λάσπη:

«Ανεξαρτήτως τι ένα ταίρι φτιάνει,

Ένας σύντροφος ποτέ λάθος δεν κάνει!»

 

Σαν Βασιλιάς ως προς αυτά

(ότι κι αν κάνει δεν μετρά)

μοιράζεται αρχοντικά με θύελλα ή καλοκαιριά

Το Θρόνο της Ζωής με σε αγκαλιά.

Το μάθαμε σαν φυλακή βρεθήκαμε

Και μ’ αυτό σε τραγούδι ενωθήκαμε:

«Ανεξαρτήτως τι ένα ταίρι φτιάνει,

Ένας σύντροφος ποτέ λάθος δεν κάνει!»

 

Θα λένε πως είπε κουβέντα πικρή

Όταν λείπει ή έχει πεθάνει

Όμως μένουμε στη μνήμη του πιστοί,

Ασχέτως τι έχει πει.

Και δίχως ίχνος από δισταγμό

Χτυπώντας καίρια στο ψαχνό,

Τον συκοφάντη διαλύουμε με πάθος-

Ο σύντροφος δεν κάνει ποτέ λάθος!


            Henry Lawson
Μετάφραση: Μαρία Ανδρεαδέλλη
 

Νόμος, σαν Αγάπη


Νόμος, λένε οι κηπουροί, είναι ο ήλιος

Ο Νόμος είναι εκείνος

Που υπακούουν όλοι οι κηπουροί

Την χθες, την σήμερον και την αυριανή.

 

Νόμος των γερόντων η σοφία

Των στείρων προγόνων η ασθενική φιλονικία·

Η γλώσσα η πρίμα των εγγονιών

Νόμος η λογική των νιών.

 

Νόμος, λέει ο δέσποτας με ιεροπρέπειας ύφος,

εξηγώντας σε ακατήχητο πλήθος

Νόμος είναι τα λόγια στο βιβλίο το ιερατικό μου

Νόμος είναι ο άμβωνας και το καμπαναριό μου

 

Νόμος λέει ο δικαστής καθώς κοιτάζει αφ’ υψηλού

Μιλώντας με σαφήνεια και σοβαρά απολύτως,

Νόμος είναι όπως στο παρελθόν σας έχω πει

Νόμος είναι όπως υποθέτω έχετε γνώση,

Νόμος είναι αλλά να το εξηγήσω άλλη μια φορά ας μου επιτραπεί

Νόμος είναι Ο Νόμος.

 

Ωστόσο γράφουν ακαδημαϊκοί εμβριθείς:

Ο νόμος δεν είναι εσφαλμένος ή ακριβής,

Ο Νόμος είναι εγκλήματα μόνο

Σωφρονισμένα από χώρους και χρόνο,

Νόμος είναι τα ρούχα που οι άνθρωποι φορούν

Πάντα, παντού,

Καλημέρισμα και Καληνύχτισμα ο Νόμος.

 

Άλλοι λένε, Νόμος η Μοίρα μας είναι·

Άλλοι λένε, Νόμος η Χώρα μας είναι·

Άλλοι λένε, άλλοι λένε

Νόμος δεν υπάρχει πια,

Ο νόμος έχει φύγει μακριά.

 

Και πάντα το κραυγαλέα αγριεμένο πλήθος,

Πολύ θυμωμένο και πολύ ηχηρό,

Νόμος είμαστε Εμείς,

και πάντα ο μαλθακός ηλίθιος ήσυχα Εγώ όχι Εσείς.

 

Αν εμείς, φίλε, ξέρουμε πως δεν ξέρουμε για το Νόμο

Περισσότερα απ’ ότι αυτοί,

Κι αν εγώ δεν ξέρω περισσότερα από εσένα

Αν θα πρέπει να κάνουμε κάτι ή μη

Και μόνο συμφωνούμε όλοι

Μίζερα ή ευχαρίστως

Ότι Νόμος είναι

Που όλοι ξέρουμε αρίστως

Αν επομένως παράλογο φανεί

Με άλλη λέξη ο Νόμος να οριστεί,

Σε αντίθεση με τόσα μυαλά

Δεν θα πω Νόμος είναι ξανά,

 

Δεν αποσιωπούμε πιότερο απ’ όσο αυτοί μπορούνε

Την πανανθρώπινη θέληση εικασίας

Ή το ξεγλίστρημα απ’ την δική μας θέση

Σ’ ανέμελη κατάσταση ηρεμίας

Όμως μπορώ τουλάχιστον τα όρια να θέσω

Στην ματαιοδοξία σου καθώς και στη δική μου

Έχοντας ταπεινά να παραθέσω

Μια ταπεινή ομοιότητα εκ των έσω,

Που θα ’πρεπε γι’ αυτήν να περηφανευτούμε:

Με την αγάπη μοιάζει ας το πούμε.

 

Όπως στην αγάπη δεν ξέρουμε το γιατί ή το που,

Όπως την αγάπη αδύνατο να επιβάλλουμε ή να ξεφύγουμε αλλού,

Όπως στην αγάπη συχνά θρηνούμε,

Όπως την αγάπη σπάνια κρατούμε.

 
                  W.H.Auden 
  Μετάφραση: Μαρία Ανδρεαδέλλη
 

             

Ημέρα Γάμου


Ω αγάπη μου,  φοβάμαι.

Ο ήχος έχει σταματήσει σε εκείνη την ημέρα

και αυτές οι εικόνες ξετυλίγονται ξανά

και ξανά. Γιατί όλα εκείνα τα δάκρυα,

 

η άγρια θλίψη στο πρόσωπό του

έξω από το ταξί;  Ο χυμός

του θρήνου έχει καταπνίξει

τους φίλους μας στα σκαλοπάτια.

 

Κραυγάζεις πίσω από την πολυώροφη τούρτα

σαν νύφη εγκαταλελειμμένη

που συνεχίζει, αποτρελαμένη,

και υποφέρει την ιεροτελεστία.

 

Όταν πήγα στο αποχωρητήριο

υπήρχε μία σαϊτεμένη καρδιά

και μια επιγραφή αγάπης.

Άσε με να κοιμηθώ στο στήθος σου ως το αεροδρόμιο.

 

               Seamus Heaney
Μετάφραση: Μαρία Ανδρεαδέλλη

 

Υστερόγραφο


Και κάποια στιγμή βρες το χρόνο να ταξιδέψεις δυτικά

Στην Κομητεία Clare κατά μήκος της ακτής Flaggy,

Τον Σεπτέμβρη ή τον Οκτώβρη, όταν ο άνεμος

Και το φως λειτουργούν μακριά το ένα από το άλλο

Έτσι ώστε ο ωκεανός από τη μια μεριά να είναι άγριος

Με αφρό και λάμψη, και στην ενδοχώρα ανάμεσα στις πέτρες

Η επιφάνεια μιας γκρίζας σχιστολιθικής λίμνης να είναι φωτισμένη

Από το γήινο φως ενός σμήνους κύκνων,

Τα φτερά τους αγριεμένα και ανακατεμένα, λευκά σε λευκό,

Τα πλήρως ανεπτυγμένα απείθαρχα στην όψη κεφάλια τους

Αναδιπλωμένα ή κορδωμένα ή απασχολημένα κάτω από το νερό.

Ανώφελο να σκεφτείς ότι θα το προσεγγίσεις ή θα το συλλάβεις 

Λεπτομερέστερα. Δεν είσαι ούτε εδώ ούτε εκεί,

Μια βιάση μέσω της οποίας γνωστά και παράξενα πράγματα διέρχονται

Σαν μεγάλα μαλακά χτυπήματα στα πλάγια του αυτοκινήτου

Και πιάνουν την καρδιά εκτός επιφυλακής και την ανατινάζουν

 

      
                 Seamus Heaney
Μετάφραση : Μαρία Ανδρεαδέλλη
 

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Όσα ποτέ δεν είπαμε


Πόσο όμορφοι οι αγροί το φθινόπωρο, με τον ήλιο ακόμα να λάμπει,

Μα εμείς σαν τυφλοί τ’ απαρνιόμαστε, γιατί ο θάνατος μέσα μας λάμνει·

Κι αν με κόπο τα χείλη μας σκάσουμε, κι αποδεχθούμε την εύθυμη μέρα,

Τα σωθικά μας βαριά ματώνουνε, γιατί δεν λέμε την αλήθεια ως πέρα.

 

Της αγάπης της πρώτης η φλόγα μας τέμνει, με το φως ριζωμένο βαθιά·

Κι απ’ το ψέμα του πόνου η αγωνία μας μένει, ο κόσμος μην δει την νυχιά.

Έτσι χρόνια η ζωή μας ξεφτίζει πίσω από μάσκες και ήχους γιορτής,

Καθώς η καρδιά μας από θλίψη σαπίζει, απ’ τις πράξεις αυτές της σιωπής.

 

Το μόνο που αντλούμε μια κουτή υπερηφάνεια, από ένα στήθος που σπάει η καρδιά·

Πόσο ο κόσμος θα έμοιαζε αλήθεια στα ουράνια αν φανερώναμε τα σωθικά!

Όμως ζούμε ανταλλάσσοντας τ’ ολοζώντανο ψέμα μεταξύ μας σαν κάτι ιερό,

Ενώ τρώει της καρδιάς μας τις χρονιές ένα-ένα, κάθε τι που κρατάμε κρυφό.

 

Θυσία το σώμα σε λερό βωμό γέρνει, ή ναό απώτερης γης,

Εις υγείαν των δογμάτων κρασί στα φέρετρα φέρνει, θεαθήναι μιας τάχα γιορτής·

Έτσι νικάμε κι αντέχουμε με μια ξέμακρη μνήμη, τα καταφέρνουμε παραδόξως καλά,

Όμως οι καρποί του αιώνα πεθαίνουν χειμώνα απ’ τον πάγο που σπάει την καρδιά.
 
 
             
                Henry Lawson    
Μετάφραση: Μαρία Ανδρεαδέλλη

 

Γη του Ονείρου


Εκεί που ανήλιαγα ποτάμια εκκρίνουν

Τα κύματά τους στα βαθιά

Κοιμάται εκείνη στη γαλήνη

Μην την ξυπνάτε πια.

 

Οδηγημένη από αστέρι

Ήρθε από πολύ μακριά

Ν’ αναζητήσει της σκιάς τα μέρη

Της μοίρας της χροιά

 

Άφησε τ’ ανθισμένα νιάτα

Και τους αγρούς των σιτηρών

Για λυκαυγές κρύο στη στράτα

Και ύδατα νέων πηγών

 

Διαμέσου ύπνου, σαν να ’ναι πέπλο

Τον ουρανό βλέπει χλωμό

Κι ακούει τ’ αηδόνι

Να κελαηδάει με λυγμό

 

Κοιμήσου, κοιμήσου έναν τέλειο ύπνο

Να διατρέχει μάτια ως καρδιά

Το πρόσωπό της στραμμένο σε χτύπο

Μιας γης πορφυρής δυτικά

 

Την εικόνα ξεκάθαρα δεν διακρίνει

Την πεδιάδα, τους λόφους εκεί

Της βροχής δεν νιώθει οδύνη

Στο χέρι της νωπή

 

Ανάπαυση σαν να ’ναι αιωνίως

Στην ακτή την αρχαία αισίως

Ανάπαυση στης καρδιάς την καρδιά

Ώσπου ο χρόνος άλλο δεν θα κυλά

 

Ύπνος που κανένας πόνος δεν θα ταράξει

Νύχτα που καμιά αυγή δεν θα χαράξει

Μέχρι που η αναπάντεχη χαρά ξεσπάσει

Και την τέλεια γαλήνη της διαπεράσει.

 
          Christina Rossetti
Μετάφραση: Μαρία Ανδρεαδέλλη